αν δε βγει από μέσα σου με ορμή
σε πείσμα όλων
μην το κάνεις
αν δεν έρθει απρόσκλητο απ’ την καρδιά
κι από το μυαλό
κι από το στόμα
κι από τα σωθικά σου
μην το κάνεις……………………….κάντο μονάχα όταν νιώσεις
πως αν δεν το κάνεις
θα τρελαθείς
θ’ αυτοκτονήσεις
ή θα σκοτώσεις
αλλιώς μην το κάνεις
αν δε νιώσεις πως ο ήλιος σου
καίει μέσα σου τα σπλάχνα
μην το κάνεις
όταν στ’ αλήθεια έρθει η ώρα
κι έχεις το χάρισμα
θα γίνει από μόνο του
και θα συνεχίσει να γίνεται
ώσπου να σβήσει
ή να σβήσειςάλλος τρόπος δεν υπάρχει
δεν υπάρχει
δεν υπήρξε ποτέ

(Charles BukowskiNA ΠΕΡΙΦΕΡΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ)
(σελίδα.19)
αναζητώντας τη Λέξη το Στίχο τη Ζωή
Εκδόσεις: Ηλέκτρα
Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου



το παρών:από ανάρτηση του "Σωκράτη Ξένου στις σημύδες"
"ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας"

http://sokzi.blogspot.com/



................................................................................................


.............................................................
Σωτήρης Παστάκας

πληροφορίες

Θοδωρής Βοριάς




18 αποσπάσματα από το έργο του Ευριπίδη "Ανδρομάχη"

πληροφορίες


Αργύρης Παλούκας





«Ο θάνατος έρχεται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις. Ο θάνατος έρχεται πάντοτε λουσμένος στο φως». Έτσι ξεκινά η καινούργια ποιητική κατάθεση του Αργύρη Παλούκα – το ένα και μόνο ποίημα: μ’ ένα μήνυμα διάστικτο από μια δυνατή φωνή και μια προοικονομία. Στο τέλος, προοικονομία κι εδώ, μένει το φως μαζί με το θάνατο, παλεύοντας επί ίσοις όροις για την πρωτοκαθεδρία.
Ένα ποίημα για την επερχόμενη απώλεια «σαν σε προκαθορισμένο ραντεβού», όπως λέει ο Δημήτρης Νόλλας, αφού «κι η Μαρία ήταν μια τελειωμένη υπόθεση, από την αρχή». Η Μαρία, ο ποιητής-αφηγητής, η μητέρα, χωρίς κτητική αντωνυμία –ευρηματική η επιλογή– και η χαρά –με πεζό «χ» που, όμως, είναι τόσο εμφανώς κεφαλαίο–, θαρρείς συνωμοτώντας, μπλέκονται ο καθένας αναλαμβάνοντας τον δικό του ρόλο, ο καθένας μ’ έναν κρυμμένο φόβο αλλά και μιαν ανάγκη ν’ ανακαλυφθεί η έξοδος απ’ τη σκηνή – καθαροί πια.
Το ενιαίο ποίημα του Παλούκα με τον παράξενο τίτλο «Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί» σημειώνει, χωρίς φλυαρίες, την επιτέλεση, καταρχήν της ποίησης και, στη συνέχεια, του πόνου. Μ’ έναν ξεγυμνωμένο λόγο, στα όρια του μινιμαλισμού, ο ποιητής ομφαλοσκοπεί εαυτόν και την ίδια του την ποιητική κατάθεση. Θρηνώντας, εξωραΐζοντας άλλοτε και διατεθειμένος να επικαλεστεί ένα παρελθόν για πάντα χαμένο.
Η Μαρία μαζί με τους συνωμότες της, μαζί με την «αγάπη κάδρο», ωθεί τις λέξεις και το βάθος τους σ’ έναν κόσμο που περιβάλλεται από θάλασσα, σ’ ένα συνονθύλευμα ψυχών που θέλουν να πάρουν πίσω τη θάλασσα που τους ανήκει και να την κάνουν βασίλειό τους. Ώσπου να γίνει αυτό, μέχρι να καταφέρει το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, που ποτέ δεν θα καθαριστεί, ν’ αποκαλυφθεί ως το ανεπίστροφο τέλος, το πένθος θα κυριαρχεί σε ψυχές και πράγματα, ακόμη κι αν ονομαστούν πράγματα οι άνθρωποι ή εξανθρωπιστούν τ’ αντικείμενα.
Η χαρά λειτουργεί αντιστικτικά και δημιουργεί το πυκνωμένο, εν προκειμένω, δίπολο θανάτου-Μαρίας. Γιατί είναι δίπολο, μιας και ο ποιητής έχει αποφασίσει να θέσει ενώπιον του αναγνώστη την ανυποχώρητη ανάγκη του να ξεχωρίσει, μια και καλή, το θάνατο απ’ τη Μαρία, με τη βοήθεια του προσώπου-μητέρας που θα χαρίσει ζωή σε ό,τι κρυμμένος ο αφηγητής θέλει να κρατήσει ζωντανό απ’ την απώλεια.
Η αίσθηση που προκαλείται είναι πως σημαντικό επίτευγμα του βιβλίου είναι η παρουσία των πραγμάτων ως απολύτως έμψυχων όντων, ως πλασμάτων που κι αυτά συμμετέχουν στο θρήνο. Σ’ έναν θρήνο για μιαν απώλεια, την απώλεια της Μαρίας, που παίρνει απ’ το χέρι τ’ αντικείμενα και τους δίνει ζωή, επιτρέπει στον φαινομενικά άψυχο κόσμο να συμμετέχει γι’ άλλη μια φορά στην αποκαθαίρουσα θρηνωδία.
Γιατί το ποίημα του Παλούκα είναι θρηνωδία, είναι μια πορεία που ξεκινά με το φως –έστω θανατερό–, περνά μέσα απ’ όλα τα στάδια του χαμού, σκύβοντας, και καταλήγει, σαν τραγούδι, σε μια γαλήνια ηρεμία – ξανά στο φως. Τραγικότερο πρόσωπο όλων, η μητέρα. Η μητέρα –που μαζί με τη χαρά όλο υποδύονται κάτι που δεν είναι, προκειμένου να κρυφτεί η θλίψη– υπάρχει στο ποίημα ως το πρόσωπο που λαμβάνει προσωπεία για να υπηρετήσει την απώλεια, για να εξιστορήσει, σχεδόν χωρίς λέξεις, το «πώς» και το «γιατί» του πένθους. Είναι το πρόσωπο που μοιάζει να στοιχειώνει την ποίηση του Παλούκα, αφού στην προηγούμενη συλλογή του («Το ξέφτι», εκδ. Μανδραγόρας 2007) μ’ αυτήν έκλεινε. Όπως, επίσης, οι «Επισκέπτες», ποίημα κι αυτό της πρώτης του συλλογής, προοικονομούσαν, με σαχτουρική έμπνευση, την ένωση σ’ ένα έμψυχο όλον ανθρώπους κι αντικείμενα.
Χωρίς καμιά διάθεση μεταφυσικής εικονολογίας ή θεωρητικής αναζήτησης, ο ποιητής καταφέρνει να ενώσει σ’ ένα σώμα τον κόσμο με την οδύνη, εκεί όπου ο ποιητής παίρνει στην πλάτη του το θάνατο και τον πηγαινοφέρνει. Το «πότε» δεν έχει καμιά σημασία. Η αυτοκατάργηση του χρόνου στο ποίημα δημιουργείται για να δείξει ότι σημασία έχει το απεικονιζόμενο κι όχι το χρονικό του συγκείμενο. Γυμνή, ολόγυμνη, κόλαση της απλότητας.
Και στο τέλος η πόρτα. Η πόρτα που οδηγεί στην αδιάλλακτη ησυχία. Ο ποιητής φωτίζει ξάφνου το αποσιωπημένο σε όλο το ποίημα κλειδί: κυκλοτερώς επιστρέφουμε στο φως, ζαλωμένοι ακόμα θύμησες – έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας τη Μαρία, τη χαρά, τη μητέρα και την ποίηση. Με όποια σειρά αποφασίσει ο καθένας.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή, Τρίτη 30/06/2009.]

Ελένη Κονδύλη





"Αραβικός Πολιτισμός"

Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
πληροφορίες
Ιστολόγιο



Κώστας Μπραβάκης





"Εικοσιτέσσερα πρελούδια
δώδεκα σπουδές
κι εφτά πικρά τραγούδια"
ποιήματα

Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ
πληροφορίες




Μελίνα Τόκα - Καραχάλιου





"Αποικία κοχυλιών"
ποιήματα

Εκδόσεις Αρμός



Στρατής Παρέλης


πληροφορίες




Σωτήρης Παστάκας






"Νήσος Χίος-The Isle of Chios"
ποιήματα

Εκδόσεις Οδός Πανός
πληροφορίες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ








ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ



Στο πρώτο του ποιητικό βιβλίο, το
χωρίσεµεις, ο Δηµήτρης Αθηνάκης µάς
συστήνει έναν γλωσσοδέτη, έναν µη
οµολογηµένο λόγο. Με δυο λόγια,
προσπαθεί να ονοµατίσει· και η
προσπάθειά του αυτή, που
απεικονίζεται ως θρόµβος σε φλέβα ή
ως κόµπος σε λαιµό, είναι ο βασικός
άξονας του βιβλίου. Από την άλλη, σ’
αυτό το αγωνιώδες παιχνίδι, πλοηγός
είναι το σώµα· το σώµα ως ηχείο της
φωνής· το σώµα ως ατράνταχτη
απόδειξη της –παραµεληµένης από
εµάς– αξίας τού συγκεκριµένου και
του καθηµερινού, κάτι µε το οποίο
φαίνεται να συνδιαλέγεται επίµονα ο
νέος ποιητής. Παράλληλα, στο
αδιάκοπο παιχνίδι µε τις λέξεις,
διαγράφεται καθαρά η πάλη του
συναισθήµατος που θέλει ν’ αναδυθεί.
Οι επιρροές, φυσικά, δεν λείπουν.
Ωστόσο, ο Δηµήτρης Αθηνάκης
δείχνει πως έχει χωνέψει τα χνάρια
των προ-ηγούµενων· των προ-
ηγούµενων που είναι ο δρόµος.



http://athinakisdimitris.wordpress.com/



ΛΙΤΣΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ









"Ένας δραπέτης του μαύρου σκότους αναζητά τη λύτρωση.Η άρνηση στο κατεστημένο, η άρνηση στην ισοπέδωση και στη φθορά των χρωμάτων, μια τραγική εμπειρία στα παιδικά του χρόνια, που στάθηκε αιτία για μια σειρά επακόλουθες τραγικές επίσης εμπειρίες, όλα αυτά οδηγούν στην επανάσταση.Οι αλυσίδες που του καταρρακώνουν το σώμα δίνουν δύναμη στην ψυχή του κι ανοίγει φτερά.Τυχαίνει καμιά φορά να βρεθεί σε ομίχλη και να χτυπήσει με δύναμη στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου, ή να ξεγελαστεί και να θαμπώσει απ’ του ήλιου το δυνατό φως και να καεί.Τότε γεννιέται η θυσία κι η επανάσταση βάφεται με δόξα και αίμα.Δεν υπήρξε ποτέ επανάσταση που να μη βάφτηκε με αίμα.







©Λίτσα Πατεράκη

ΜΑΡΙΑ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η Μύριαμ, ως σύγχρονη Αλίκη,πέφτει κατά λάθος στη Χώρα των Νεκρών.Πρέπει μόνη της να διασχίσει τον Τόπο των Γκρίζωνγια να βρει την Πύλη που οδηγεί πίσω στη Ζωή. Στην αγωνιώδη αναζήτησή της συναντάπολλούς που θα δεχτούν να γράψουν στο βιβλίο της
Ένα κοράκι μεταμφιεσμένο σε σκιάχτρο,τον παιδικό της έρωτα, πωλητές του Τίποτα,μια τυφλή γυναίκα που της κλέβει τα μάτιακαι ένα κορίτσι που θέλει στ’ αλήθεια να πεθάνει!Έως ότου της αποκαλύπτεται το μυστικό του όγδοου ορίζοντα.
Πρόλογος
Είναι πάντα αυτή η θλίψη
δεμένη στο κορμί μου,
το ναυάγιο μιας ανάσας
που ίσως πρόφτασε να τελειώσει
ή φυλακίστηκε απο χέρι αόρατο
είναι πάντα αυτή η θλίψη
που με κάνει και κρύβομαι απο το δάκρυ σας,
όσα και αν μου πείτε,
για οσα και αν θρηνήσετε
πάντα θα κρύβομαι σε μια άτιτλη ανάσα
είναι πάντα αυτή η θλίψη,
πλεγμένη στα δίχτυα του ανέμου
με ταξιδεύει πέρα απο τους 4 ορίζοντες,
είναι η ζωή στο θάνατο κρυμμένη
μα στο γέλιο σας ασχημάτιστη σκιά διαβαίνει

http://darkvirtualpoetry.blogspot.com/
© Μαρία Ροδοπούλου
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ




Κατόπιν, μόλις άρχισε να φεύγει με κόκκινο η δύση

έσβησα όλα τα προσχήματα

και άρπαξα μια δυνατή προσευχή

που ηχούσε βαθιά αναστεναγμούς

Άρπαξα αλύπητα τα φωνήεντα

και μιλούσα στα δυνατά για τους θεούς

που μισοσκέπαζαν το νεκρό πλέον κορίτσι

με άσπλαχνες δοτικές

Μόλις που άγγιζαν τη σωπασμένη της δαντέλα

και πάλι στη σειράνα την ξεπαρθενεύουν με μειδίαμα

γεμάτο αλειτούργητες πενθήσεις

Πιστεύω σ' ένα εκατομμύριο προσευχές

που βγαίνουν από το εγώ μου

Κύριε πιστεύω ακόμα και στις ζωές των ποιητών

μα η λεπτή μουσική

που πρωτάκουσα απ' τα δικά της στήθη

πραγματικά με σπρώχνει σε θυσία

Θέλω να είμαι εγώ η απλήρωτη

αυτόχειρας

σ' αυτές τις κυανίζουσες αμμουδιές

που οιακίζουν θάνατο

Με το βλέμμα μέσα στον κουρνια

χτόνα ψάλλω ύμνους αιρετικούς

προορισμένους μόνο γι' ακρογιάλια

Όμως, αντανακλώ δυσοίωνη ατέλεια

και σκιάζονται τα πνεύματα

Και ω Κύριε,

θα έτρεχα

σταλαγματιά σταλαγματιά

νερό

την ώρα που το μπλε δεν ατενίζει χρώμα

Μα κάτι μέσα μου

διαρκώς κυλά νεκρό

όμοια με τη Ζοζέτ.


***

Αλλόκοτα φεγγάρια

Ι.

Εκείνη τη νύχτα

που δεν υπήρχε στάλα φεγγάρινα κρατηθείς

έσταξε το σκοτάδι εγκαύματα

Γύρω η μαύρη γη ν' ανατριχιάζει με το πάτημα

κι ύστερα πέτρες που μετατοπίζανε τον ήχο

κι ύστερα φόβος και σιωπή

κι εγώ να κρυώνω βυθισμένη σε τόσες καταχνιές

Κρυώνεις κι εσύ

πηχτό Σκοτάδι, φώναξα

που στάλαξες την αγωνία στη φωνή;

Κρυώνεις κι εσύ Άγγελε θανατερέ

που στάλαξες μια θλίψη

κι ανατριχιάζει η ψυχή;

Εκείνη τη νύχτα

όλο πάθος ούρλιαξα:

νύχτα, νύχτα, νύχτα

μήτε λουλούδι για νεκρό

ξανά δεν σου χαρίζω.......



© Κατερίνα Κατσίρη



http://aoratatopia.blogspot.com/


ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΞΕΝΟΣ


“Ορθοστασία σιωπή”

Στο περίγραμμα του εμείς κατάκλειστοι

σε μιαν ορθοστασία σιωπή οι πια άλλοι

xωρίς διέξοδο απ` τα χαμόγελα των επιτήδειων

πόσες φορές έλα να δεις

σκάλωσε το ψαροκόκαλο των λέξεων

σ’ έναν άφθαρτο βήχα

Δεν είναι δεν είν' εύκολο

ό,τι πονάει αυτούσιο να βγει ξεριζωμένο

Κρατάω ανάσα παρανάλωμα

να ζαλιστούνε οι καπνοί ληστές

κι ανοίγω βάζο γλυκό τριαντάφυλλο

Καθρεφτίζομαι στην κλίκα των αρωμάτων

και φυσάει ξεκούραση στης μέρας τις ελπίδες

Μην κοιτάς στο συμπέρασμα

ένα κέρασμα είναι αντίθεση

σε πληγωμένη στάση ροδαριά

που κλαίει για τα υπόλοιπα εβδομήντα

Με το δικαίωμα της σιτοκαλαμιάς

βάζω φωτιά στη νύχτα των θαυμάτων

κι αλλάζει ο καιρός


(ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 114)



« Χωρίς »


Πηγές μην ψάχνεις

Δεν έχει αθάνατο νερό

Να πλύνεις τον καιρό

Γωνιές Ιστούς

Κι άδεια πηγάδια

Μα εσύ

Χωρίς το φόβο των διχτυών Κοιμήσου

Κόκκινο χρώμα έσταξα

Και λίγο όνειρο

Στην όχθη των ματιών

Να `χεις

Στης νύχτας τα περάσματα μαζί σου




« Μικρό ροδάκινο »


Μικρό ροδάκινο στόχε υψηλέ

με τόσα πρόθυμα κλαδιά

πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα

Πού είναι οι αστραπές τα ποτάμια οι γειώσεις του ήλιου

ραγδαίες βροχές και διψάς

μα κανένα θολό νερό δε θα σου πει την αλήθεια

Έλα

θα σου δείξω και στων δρόμων τα σώματα

τάφρους της μνήμης σε στιγμή κόκκινου πανικού

αρκετά είναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας

μόνο μην πεις πως παιδεύτηκα στην άγνοια λύση

με σαράντα οφθαλμούς στριφογυρνώ σ' ένα σεντόνι

ως μη ελεγχόμενο επεισόδιο


κι αφού κράτάει κάτι απίκραντο του αγγέλου το βλέμμα

με την αγάπη λειτουργώ το αδιέξοδο

δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί



©Σωκράτης Ξένος(ΣΗΜΥΔΕΣ σελ. 89)


http://sokzi.blogspot.com/

ΤΖΙΝΑ ΜΟΥΚΡΙΩΤΗ



«Έλα να σου δείξω

του φθινοπώρου τις παράγκες

ξεθωριασμένων μυρμηγκιών.

Σφιχτά θα σου κρατώ το χέρι

βήμα με βήμα σταθερά

ή θα γλιστρούμε ανάλαφρα

μες σε βροχή από μαύρο χώμα.

Και σαν τα λόγια θα βραδιάζουν

θα σου ΄χω άστρο την καρδιά

και φεγγαρόλουσμα από λέξεις……»



«Οι παράγκες»


«Θα μασούσαμε μαζί πικραμύγδαλο

σε παράθυρο ανοικτό στο πέλαγο.

Γιατί περιμέναμε να χιονίζει γιορτές

με τους ανέμους ν΄ αποκοιμιούνται

κρεμασμένοι απ΄ το κατάρτι

δίπλα στο παγωμένο του βορά φιλί…..»



«Έπρεπε να αρκεί»



Ο έρωτας αρχίζει πάντα με τρυφερότητα και μεγαλείο.

Όμως η Κυριακή δεν είναι πάντα όμορφη,

«Ούτως ή άλλως

έχει μετάλλου γεύση η Κυριακή

και την αφή θανάτου

στους γυμνωμένους των χειλιών

τους λόφους…»



© Τζίνα Μουκριώτη


http://nagim.blogspot.com/

ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ



γερνάνε πιο γρήγορα
τις νύχτες οι άνθρωποι
τα χέρια τους μακραίνουν
σ’ αυτές τις ατέλειωτες χειραψίες
πόσους νεκρούς ξεπροβοδίζουν;
κάποτε
η νύχτα μου δάνεισε
βιβλία σελίδες από δέρμα
ράκη ανθρώπινα
έτσι ξεφύλλιζα απελπισία
σταγόνες αίμα στα δάχτυλα
πόδια, χέρια, μάτια στο χώμα
γύριζα στο χρόνο
με λάμπα θυέλλης



κρύφτηκα, πλύθηκα, έφτυσα
η μνήμη κυλάει
ακόμη δεν έχει σταματήσει
πέτρες ξεκολλάνε
γκρεμίζονται
μέσα στη λύπη διπλώνω
τη γλώσσα μου
τρώω σάρκα σιωπής
στη μέρα που κουτσαίνει
κλείνω το μάτι

© Έφη Καλογεροπούλου



http://endymionpub.blogspot.com/2008/02/blog-post.html

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑΣ



Κι αυτός είπε:
Θα σε πληγώνω
κάθε μέρα θα σε σκοτώνω
Στην αγκαλιά μου πεθαίνοντας
θα γράφεις τα πιο ωραία ποιήματα.
Κι αυτή είπε:
Καμία λέξη σου
δε συγχωρώ
Πάλι και σήμερα
Με ποιήμα
Έβαψες τα χέρια σου.




"Εγώ σου χάρισα"


Εγώ σου χάρισα
πολύτιμα
τα σκοτάδια μου
Κι εσύ
με αναίδεια
ανέτειλες εκκωφαντικά
τις γαλανές
πανσέληνους των ματιών σου.



Σκέφτομαι μερικές φορές, να υπήρχε «Κάδος Ανακύκλωσης Της Μνήμης»
Να μπορείς με μια απλή “διαγραφή” να διώξεις από πάνω σου όλο αυτό το βαρύ
φορτίο

Να μαθαίνεις από την αρχή σαν παιδί όλα τα παλιά
Τη μυρωδιά της θάλασσας και του χόρτου
Τον ήχο της βροχής πάνω στον τσίγκο της αυλής
Να μη συμμετέχεις στη μυσταγωγία του ηλιοβασιλέματος
επειδή ακόμα η ποίηση δεν σου έχει κτυπήσει τη πόρτα
Τώρα τα χρόνια, δυσβάσταχτα, ακουμπούν πάνω στον ώμο σου
σ ‘εκείνους τους μοναχικούς περιπάτους στο φάρο
και τα μάτια σου να εστιάζουν
τις βάρκες στο θάμπωμα του απογεύματος
Να είχαμε πάνω μας ένα σημάδι
να μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει τον οικείο πόνο
πλησιάζοντας να μοιραστεί την οδύνη των ημερών
Μου αρέσει η θαλπωρή των φανοστατών όταν πάνω τους γέρνω
αποκαμωμένος από τη μακρά πορεία των λέξεων
Στο ισχνό τους φως, αρχίζουν και τελειώνουν
ταξίδια
ποιήματα
και λυπημένες χωρίς τέλος ιστορίες
όπως αυτή.

© Γιάννης Τόλιας

http://monody-monody.blogspot.com/

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΟΥΛΤΟΣ



"Πέρασαν πια"


Μιλώ
και δε με προσέχει κανείς
Μιλώ
μιαν άλλη γλώσσα
μια γλώσσα σκοτεινή
ακατάληπτη
ίσως να πέρασαν πια
οι εποχές της ομιλίας μας
Αναφωνώ
και κωφεύουν οι λέξεις
Κραυγάζω
τις τύψεις μου
Σιωπώ
και κατηγορούμαι
για διατάραξη
της καινής ησυχίας
των κενών
των κοινών
Η ησυχία τους
πνιγέας της φωνής
της σιωπής
της ζωής μου


© Γιάννης Βούλτος



ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΖΗΣ




Ποιος αμφιβάλλει πως ο ποιητής

μοιάζει με τους προσκόπους;...

Παίρνει τα δάκρυά του και τα περνά στ’ απέναντι μάτια.

Πεζό Α΄



Όλες οι μέρες κάθισαν απαρηγόρητες πάνω από το κεφάλι της Μεγάλης Παρασκευής.

Μια μέρα που μεγεθύνει τις απώλειες μέσα σου. Από το πρωί οι καμπάνες σκορπούνε δάκρυα κι αναμνήσεις περασμένων Επιταφίων. Ο ήλιος χαϊδεύει ηδονικά τους τρούλους των εκκλησιών . αναριγούν οι σταυροί επάνω τους. Οι θεοί που κήδεψα στη ζωή μου θα με συντροφεύουν ως το θάνατό μου. Μαντεύω την ύπαρξή τους από το άρωμα της πασχαλιάς που σκορπούνε γύρω μου. Ραγισμένα τραγούδια στο ραδιόφωνο . μελωδικά ανασαίνει ο πόνος για να τον εκπνεύσει ο άνθρωπος. Μες στο φλιτζάνι πικραμένος ο καφές, νοσταλγεί τη χαμένη συντροφιά της ζάχαρης. Ούτε και σήμερα θα τους τα φτιάξω…

Ανοίγω την πόρτα και καταπίνω ανόρεχτα το δρόμο προς την εκκλησία. Επάνω, δυο σύννεφα βουτηγμένα στο μπλε οινόπνευμα- βαμβάκι για τις πληγές μου. Και κάτω, ένα ζευγάρι να φιλιέται χωρίς συστολές, στη μέση του διαστελλόμενου θρήνου-πληγή για τα μάτια μου.

Μες στο ναό, αμήχανος-σα Θεός χωρίς πιστούς…, σαν άπιστος χωρίς κι ανθρώπους. Μπροστά μου, ο Ιησούς, κάτω από ένα ανοιξιάτικο σεντόνι .κανείς δεν το τραβάει, μήπως και δεν τον δει. Μόνο μαζεύουν ροδοπέταλα, για να μυρίζει ο ύπνος τους υπόσχεση Ανάστασης. Μα εγώ, ο ιερόσυλος, προσπαθώ να μαντέψω ποια βιολέτα διαλέγοντας, θ’ αγγίξω τα δάχτυλά σου που την έκοψαν.Και σα να ήθελα να μπω σ’ ένα τούνελ του χρόνου που θα έβγαζε σ’ εσένα, έσκυψα να περάσω κάτω από τον Επιτάφιο.

© Γιάννης Κυριαζής
http://kyriaz.blogspot.com/

ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ



O γάτος μου κι εγώ

αγαπιόμαστε

σαν το ζευγαράκι

που κάθεται

σε ξεχαρβαλωμένο παγκάκι

κι ανταλλάσσει φιλιά



μεσοχείμωνο: νιφάδες

στα μαλλιά, στα μάγουλα,

στ΄ αυτιά που λιώνουν

μόλις κάτσουν.

Έτσι γυμνοί που μείναμε

σαν ηλικιωμένο ανδρόγυνο

που δεν χόρτασε ακόμη

τα φιλιά

και τρυφερά ανταλλάσσει

χάδια στα μαλλιά

και στο μέτωπο

αυστηρά από δω και πέρα

με τα χείλη μόνο και τα χέρια.



© Σωτήρης Παστάκας


http://www.poiein.gr/archives/3845/index.html

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ



Καθώς στέρεες ξεπροβοδίζονται μειλίχιες οι λέξεις

Στον ατελεύτητο της ποίησης ωραϊστό ορίζοντα

Πληγές ανοίγονται στο σώμα μου σαν πόρτες

Ώσπου αυτό διάπυρο χορεύει με τους ξένους

Χορό συρματοπλέγματος: το κόκκινο

Κανείς τους δε θα τολμά ν’ αγγίξει, σκέφτομαι

Κι ύστερα βυθίζομαι μες στη βαθιά φωνή

Που αγέρωχη προστάζει μειλίχια προσταγή:


Ανώνυμε ποιητή, ρίξε μια ομοβροντία



ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ



Ο γλύπτης εκτελεί σκοπιές στο μάρμαρο

περιμένοντας να σκάσειη οβίδα μιας μορφής στο κεφάλι του

να του δείξει του αγάλματος τα σύνορα.

Ο πόλεμος αρχίζει.


Ο γλύπτης εισχωρεί στο μάρμαρο

σκόνη γίνεται το ρούχο της μορφής

χιόνι πέφτει στο έδαφος

φροντίζοντας για κρυοπαγήματα.

Μα τα σύνεργα δε λυγίζουν

όταν έχεις βλέψεις

όταν στο έργο σου θέλεις να φωλιάσει κάτι

από το αεροπλάνο που σε βομβάρδισε.



© Δημήτρης Μουζάκης


http://soulforpoetry.blogspot.com/

ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ




«Οι διψασμένοι»

«Οι διψασμένοι για έρωτα
δεν κατεβαίνουν στο Βαρδάρι.
Πρώτα είχαν ξεκόψει απ΄ την πλατεία
οι εξοδούχοι φαντάροι
ύστερα έκλεισαν οι κινηματογράφοι
κι έσβησαν τα κόκκινα φανάρια.
Όσα χρωστούσαν τα σκοτάδια
στους νυχτόβιους της πιάτσας
πάνε χαμένα.
Οι διψασμένοι απόμειναν στα ποιήματα
εκεί που είναι γραμμένα
και τα χρέη κάθε νύχτας.»

© Θοδωρής Βοριάς



http://www.vorias.blogspot.com/

ΘΕΟΔΩΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ



" ΓΥΜΝΗ"


Θα σου δειχτώ γυμνή.

Κάθε γραμμή θα δεις κάθε καμπύλη

κι αυτά που μόνο εσύ -γνωρίζω- τα μαντεύεις

και στη φωτιά κι όπως ποτέ σου πριν δεν έπιασες τη σμίλη

θ’ αρχίσεις γρήγορα και άγρια να λαξεύεις.


Απ’ τα κοινά και αδύναμα κουράστηκα τα χάδια,

το πύρινο να τυλιχτεί ζητά η σάρκα μου όνειρό σου

κι αυτό το βράδυ που κρατά βαθιά του όλα τα βράδια

θέλει τον μπρούντζο σου και το πεντελικό το μάρμαρό σου.

© Θεοδόσης Βολκώφ


http://theodosisvolkof.blogspot.com/

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΙΧΟΣ




" Κλειδί "


Δεν ήρθε απόψε κι εγώ γράφω ποιήματα

για τα τσιγάρα που σωρεύω στο τασάκι

Λέξεις ασπρόμαυρες της νύχτας υπολείμματα

και κάπου κάπου κι ένα χρωματάκι
από ένα χτες η ένα αύριο συνάντηση

σε κάποια πόλη μυστική του χάρτη.

“Δυο κορμιά είναι πάντοτε η απάντηση

στην άνοιξη που φτάνει κάθε Μάρτη”.


Δεν ήρθε απόψε κι εγώ σβήνω ποιήματα

από τα γκρίζα που η νύχτα υπαγορεύει.

Ξεπλέκονται οι λέξεις σαν τα νήματα

που ξεγυμνώνουνε μια κόρη που χορεύει.


Και λέω του ύπνου πριν στη μέρα να σε δώσει

το στόμα σου με φι και λάμδα να κλειδώσει.



"Η μνηστή της Κορίνθου"
3



Σου το ‘χα πει πως θα σε κάνω ποίημα.

Τώρα ωριμάζουν μέσα μου οι λέξεις

τόσο που να μπορείς να τις αντέξεις

μην είσαι θύτης τους ούτε και θύμα.


Λέξη τα χείλη, λέξη και τα μάτια

λέξη κι η γεύση του φιλιού που δίνεις

λέξη και η μικρή κραυγή που αφήνεις

λέξη το κλάμα σπάζοντας κομμάτια.


Λέξη η φωνή την πράξη που αναγκάζει

λέξη το τώρα θέλω και το φθάνω

λέξη τα δόντια στο κορμί σου επάνω

λέξη το χέρι που σε αγκαλιάζει.


Το ποίημα και ο έρωτάς μου ίδια

γνωρίζουνε της νύχτας τα παιχνίδια.

© Γιώργος Μίχος


http://giorgosmixos.blogspot.com/

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ



"ΕΤΣΙ ΘΑ ΜΕ ΔΕΙΣ…."



Έτσι θα με δεις πολλές φορές:

Θολό ποτάμιπου ξερνάει τα νερά του

στην πόρτα του τρελάδικου.




"ΚΑΛΕΣΜΑ"



Απόψε,

σαν θα βγει το φεγγάρι,

έλα στο μεγάλο ποτάμι

να κοιτάξουμε στα νερά του

τη θλίψη μας.

Κατόπιν,

θα κόψουμε καλάμια

από την ακροποταμιά

να πλέξουμε καλύβαστη μοναξιά μας.




"ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΛΑΙΚΩΝ ΕΠΙΓΡΑΦΩΝ"


Γιατί το μυαλό

έγινε μια νύχτα πηχτή

σαν θάλασσα του Αργολικού.

Ήρθαν οι φυγάδες να κρυφτούν

και ψάρεψαν αρχαία κονσερβοκούτια.

Για ποια τραγούδια μου μιλάς

όταν ο Καζαντζίδης ούτε σαν καρτ-ποστάλ δεν πουλάει

κι ο Μπαρμπαλέξανδρος την μποτίλια

ν' αδειάσει δεν μπορεί;



© Γιάννης Ρηγόπουλος


http://giannisrigopoulos.blogspot.com/

ΕΚΤΟΡΑΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ




"ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΤΟΥ ΟΡΦΕΑ"



Εφορμήσεις στον όρμο του απόντος Ορφέα

καρφί δε σου καίγεται από νεκροκεφαλή

στο καρφί σαν πρωινό καθρεφτάκι

να καθρεφτίζεις το μέσα σου

πριν κινήσει τη μέραρόδα στο κύμα ο ήλιος

Εφορμήσεις στον όρμο του απόντος Ορφέα

θαλασσινός νεκρός κοχύλι στο στόμα

μιας πράσινης σαν τον όλεθρο κοπέλας

σε καλεί


Το κύμα κάνει δαχτυλίδια

γύρω από τον υψούμενο βράχο

βρόγχος θαλάσσης γλυφή γλώσσα

αφρος νερό κι αλάτι διάβρωση ύλης

θάλασσα σουρωτήρι τεχνητρα οπών

όπου έρχεται και τρυπώνει το φως

Γεννητούρια του άδειου γιορτάζει

το άδειασμα γιορτάζει τις φωλιές του κενού

έλξη και μαγγανεία


Απομεινάρι λάβας σκοτεινάδα βράχου

επιμένει στο φως

επιμένει να δίνει χέρι του Ορφέα

του παρέχει μακριά σκοινιάρίζες από αρμυρίκια

να πλέξει τα μουσικά του δάχτυλα

Ω είναι σκοτεινό το Βασίλειο της μέρας

πάρτε το φως

ανηλεής τροχός ήλιος

στο καταμεσήμερο στα δυο μας κόβει


Απαλά τις γλώσσες σου φωτιά του ήλιου

απαλά τις γλώσσες σου γλυφή θάλασσα:

καίγεται το καρφί του κρανίου

σκληρό αλάτι το νοτίζει πέφτει στα χέρια

πίσω από τις πόρτες του θανάτου

Ποιος τραγουδά;

Εδώ που σμίγουν στοιχειά με στοιχειά

Στη σιδερένια άβυσσο

Μολυβένια ερπετά κύματα φίδια λάβας

Αναδεύεται το χώμα

σείστρα ανέμων χτυπάν δαιμονισμένα

γιγάντια αβύσσου τρικυμία

Μεγαλοπιασμένοι των ονείρων

Περηφανευόμαστε για τη σκιά μας

Τέτοια η οθόνη του νου μας


Από μηχανής η αλήθεια

από δοκιμαστήρια αβύσσου

Με άψογο ένδυμα γύμνια

Ανοίγει η φλέβα μας και μας δωρίζει στη μουσική

αυταπάτη έρωτας χορεύει πάνω στο κοχύλισαν Αφροδίτη

θαλάσσιος νεκρός

παραγγέλλει: Στηρίξου στον έρωτα

Σκοτεινά νερά

Βασίλειο του Όρκου: Διαπέρασε Στυγός νερό

Τρέξε στις φλέβες σου μαγνήτες δίπλα στο αίμα



© Έκτωρ Πανταζής



http://ector.wordpress.com/

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΟΥΡΑΚΗΣ



Μου κλέβεις τον ήλιο δίχως φως πορεύομαι τις νύχτες
σκοντάφτω στους ήχους
στης σιωπής τα περβάζια
στις ρυτίδες της μοναξιάς
που κρύβω στα μάτια
Μου κλέβεις τον ήλιο δε βλέπω να ζωγραφίσω τη μορφή σου
βάζω στα μάτια σου των αγγέλων το χρώμα
στα μαλλιά σου, της ανατολής
Σκύβω να σ’ αγγίξω
μα έτσι που πορεύομαι δίχως φως
πέφτω στης ψυχής σου τις θάλασσες.
Λίγο να ναυαγήσω!
Μου επιτρέπεις;
Χώρος που ξέμεινε από χρόνο
*
i
να σ’ ανακαλύπτω σ’ αδιέξοδα στενά
σε πλοία πυρπολημένα
σε θυροκολλημένες απαγορεύσεις να σε βλέπω
σε κενές θέσεις λεωφορείων
άλλο δεν το αντέχω
να σε εισπνέω σαν αιθάλη
από φουγάρο βιομηχανίας καπνού
Έρημα σπίτια
*
iii
Σε μια αίθουσα αναμονής άδεια
μια ζωή.
Δε θα σε ντύσω τώρα
με ρούχα επίσημα κι αρώματα
να σ’ απορρίψω
λέγοντας δεν είσαι ’συ που γνώρισα.
Δεν καλλωπίζω ποτέ την ερημιά.
*


©Ιωάννης Τσιουράκης

http://hxosplagiosmonos.blogspot.com/

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΛΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ



ΟΤΑΝ τα όνειρα καταλαγιάζουν οι αισθήσεις διαμαρτύρονται. Τότε, οι αναμνήσεις στασιάζουν και οι ανικανοποίητοι πόθοι σχηματίζουν χορευτικούς κύκλους ποδοπατώντας όρια και αντοχές.
Στα κλειστά μάτια του Αλέξανδρου Αιγινήτη το σκοτάδι μετατρέπεται σε καλειδοσκόπιο χρωματίζοντας το φευγιό του. Είναι η ώρα που η σταματημένη του καρδιά εξαργυρώνει τους επιπλέον παλμούς που της οφείλουν τα βιώματα μις έμφοβης ζωής.
Νιώθει και πάλι παίκτης στη ρουλέτα της μοίρας, ποντάροντας όμως τώρα, επιλεκτικά, μήπως και συμμαχήσει με το ανυπότακτο ε'ίδωλό του στον καθρεύτη μιας προωτόγνωρης απελευθέρωσης. Η ρήξη του με το Θείον , το Χρόνο και τη Φθορά μετουσιώνεται στην πιο γλυκιά ορμή. Ισχυρή αδρεναλίνη διοαποτίζει τους διανοητικούς του θύλακες και τον υποχρεώνει να ουρλιάξει απ΄τα κατάβαθα της σιωπής του: Ζωή...δος μου το φιλί σου.

Απόψε θέλω να ζήσω, έστω κι νεα λεπτό ακόμα, μονάχα μια στιγμή, να λυτρωθώ στο εμβαδόν της ύπαρξης μου. Κι εκείνη...του δροσίζει τα χείλη με μια γεύση απο χαμένες πεθυμιές. Ύστερα χάνεται αθόρυβα, αφήνοντας πίσω της αρώματα από μνήμες.




Ο πόθος γενάει το όνειρο και ο πόνος τη Ζωή. Στις φλέβες του Αντώνη Αιθεριάδη ρέει το αίμα της Ανατολής. Μυρίζει μπαχάρια και λεβάντα. Θάνατο και Ζωή. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του, μ’ ένα βλέμμα χιλίων λέξεων δανείζει την καρδιά του σ’ ένα μικρό αγόρι.«Ζήσε», του λέει… Μόνο αυτό… «Ζήσε».

Και το ταξίδι του μικρού αγοριού αρχίζει. Με δανεική καρδιά αναζητά το Φώς και το Σκοτάδι, τον Έρωτα και την Οργή, την Αγάπη και την Απώλεια. Ο μίτος του Παρελθόντος είναι ισχυρός. Το Βίωμα γίνεται Γνώση και η έξοδος απ’ το Λαβύρινθο αναπόφευκτη. Και τότε φτάνει η ώρα του τιμήματος. Ο δότης απαιτεί να πάρει πίσω την καρδιά του. Ο Xρόνος όμως είναι αμείλικτος. «Την οφείλει στον επόμενο», του απαντά, κι ένα λουλούδι φυτρώνει στον κήπο του πεπρωμένου. Το λουλούδι της Aγάπης…

Αποσπασμα..


Έθεσε με αργές κινήσεις την παλάμη του επάνω στην κοιλιά της. Περιεργάστηκε τον σάρκινο λόφο καμαρώνοντας για το επίτευγμα του και όταν η αφή.. ολοκλήρωσε την αποστολή της, πήρε σειρά η ακοή. Το αφτί εφάρμοσε στον αφαλό, όμοια με Ινδιάνου που αναζητά στη γη κάποιο απ΄ τα ποδοβολητά των αλόγων. Όταν σήκωσε το κεφάλι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του, ενώ η φωνή της διάγνωσης δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση.


« Χριστίνα, το παιδί είναι κορίτσι».
Εκείνη τη στιγμή, η μήτρα της μητέρας μου συσπάστηκε με ασύλληπτους ρυθμούς. Ενστικτωδώς έπιασα τους δίδυμους αδένες μου, σάρκασα τη σιγουριά του κύρη μου και με βουτιά που θα ζήλευε κολυμβητής των καταδύσεων εγκατέλειψα τη θαλπωρή του αμνιακού σάκου για μια καλύτερη ζωή. Στην προσπάθειά μου είχα αρωγούς και δυο κουτάλες, που επιμήκυναν λίγο το σχήμα του κεφαλιού μου, αλλά ποιο κελί ανοίγει δίχως τίμημα;……
Ιαχές θανάτου διαπερνούσαν τα παράθυρα, τους τοίχους, κάργες κούρνιαζαν στα κεραμίδια κι έστελναν μηνύματα να βγουν τα μαύρα ρούχα. Οι γυναίκες που τον αγάπησαν βογκούσαν. Όσοι τον είχαν πρότυπο μαράζωσαν. Στη γειτονιά μας κανείς δεν τραγουδούσε. Τα ραδιόφωνα βγήκαν απ τις μπρίζες. ……

Κάθε σκαλί που ανεβαίνει ένας άνθρωπος ή , όπως θα έλεγε ο Νίτσε, « ένας καλλιτέχνης στον πύργο της τελείωσής του», γίνεται ύστερα από σκληρή μάχη μ΄ ένα « Ντουέντε». « Ντουέντε» σημαίνει πόνος και τίμημα, αίσθηση και γνώση, πάθος και κατάκτηση. Στο «Ντουέντε» τίποτα δεν δωρίζεται. Τα πάντα κατακτώνται. ………



http://ghaliakopoulos.blogspot.com/

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ




Αθήνα, 1999. Μια σπάνια ολική έκλειψη ηλίου, ένας Σεπτέµβρης ιδιαίτερα ζεστός. Ένα ποικιλόµορφο όσο κι ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων που θα δεθεί µε τον πιο αναπάντεχο τρόπο. Μια φαινοµενικά νέα ακόµα γυναίκα, κυριαρχηµένη από πλήθος νευρώσεων, που ξέχασε να ερωτευτεί. Μια κορυφαία Ελληνίδα τραγουδίστρια στη δύση της καριέρας της, βουλιαγµένη στη µοναξιά και τα χάπια. Ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι που έρχεται στην πρωτεύουσα, για ν’ ακολουθήσει τα όνειρά του. Μια γάτα, µε ταλέντο να πέφτει από ψηλά µπαλκόνια. Ένας εικοσιτριάχρονος που τον θέλουν όλες. Δύο πρωταγωνίστριες του ασπρόµαυρου ελληνικού κινηµατογράφου, που ξεπήδησαν από άλλο βιβλίο, γιατί έχουν πολλά να πουν ακόµα. Μια πόρνη πολυτελείας, που σταµάτησε το επάγγελµα, αλλά βαρέθηκε πια να κάθεται. Μια καφετζού που δεν θα πιστέψει ποτέ στις υπερφυσικές δυνάµεις της, αλλά υπάρχουν στο µέγιστο βαθµό. Ένα πλήθος ιδανικοί ανύπαντροι άντρες και µια χούφτα αθεράπευτες κουτσοµπόλες. Τι δεν είπαµε; Α, ναι. Έναν μεγάλο σεισµό και τις ασταµάτητες µετασεισµικές του ακολουθίες. Ένα απολαυστικό µυθιστόρηµα γεµάτο χιούμορ και συναίσθηµα, κοµµάτι από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Να µην ξεχάσω τον δραπέτη, µια αινιγματική µέλισσα κι ένα αχ, που θα κρίνετε εσείς πόσο µμικρούλι, είναι, κάθε φορά.



Έψαχνα τη μυρωδιά του στα σεντόνια μου. Βυθιζόμουν απελπισμένη στα τσαλακωμένα λευκά, αναζητούσα τις σκιές από τα ακουμπήματά του, επιστρατεύοντας αρχέγονες ικανότητες γευόμουν λυσσασμένη το γλυκό άρωμα φρέσκου λουλουδιού που άφηνε η πρωινή κολόνια του κι ύστερα έπεφτα, βούλιαζα σ' ένα μακρύ, χαλαρό κλάμα.Οι μέρες πάντα τρέχουν, φτιάχνουνε μήνες ανύποπτα και γρήγορα, τους δασκαλεύουν ύπουλα να σμίξουνε κρυφά φορτώνοντας χρόνια σε ό,τι κινείται και αναπνέει. Έτσι πέρναγε και ο χρόνος ο δικός μου. Σαν τρένο βιαστικό .Υπερταχεία που αγνοεί τους τόπους, τις εικόνες και τους κόσμους που πατάει. Μόνο τρέχει. Τρέχει. Χωρίς εικόνες, χωρίς ήχο.


http://filippidisyannis.blogspot.com/

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ




To μυθιστόρημα του Δημήτρη Βαρβαρήγου έχει σαν θέμα τη βιογραφία της Υπατίας, μιας σημαντικής εκπροσώπου του γυναικείου φύλλου, νεοπλατωνικής φιλοσόφου, αστρονόμου και μαθηματικού. Μια φυσιογνωμία που προκάλεσε την εποχή της με την ενασχόλησή της με τις φυσικές επιστήμες, που ενστερνίστηκε και προσπάθησε να μεταδώσει την πνευματική της κληρονομιά από την Ελληνική αρχαιότητα και να ζήσει σύμφωνα με αυτή. Η Υπατία διώχθηκε ως παγανίστρια, μάγισσα, διαφθορέας των νέων και εχθρός του χριστιανισμού και αρνούμενη μέχρι την τελευταία πνοή της να αποκηρύξει τα πιστεύω της, να υποταχθεί στο ανδροκρατούμενο κατεστημένο και τον θρησκευτικό φανατισμό, προκάλεσε τον βίαιο διωγμό και θάνατό της.


Τόπος που διαδραματίζεται η ιστορία αυτή, η ξακουστή από την αρχαιότητα Αλεξάνδρεια, ένα πολιτισμικό σταυροδρόμι λαών. Πόλη που διακατέχεται από φιλοσοφικές διαμάχες, θρησκευτικούς φανατισμούς, δεισιδαιμονίες, διωγμούς, λεηλασίες. Ο συγγραφέας Δημήτρης Βαρβαρήγος στέκεται σε μορφές επιφανών ανθρώπων που στιγμάτισαν με την δράση τους την εποχή τους (4ος- 5ος αιώνας), εποχή έξαρσης θρησκευτικού φανατισμού, όπου Εθνικοί και Εβραίοι διώκονταν από την εκκλησία, αρχαιοελληνικοί ναοί και αγάλματα καθώς και οι ξακουστές βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας καταστράφηκαν, λεηλατήθηκαν περιουσίες, υιοθετήθηκαν οι συνωμοσίες και οι δολοφονίες ως τα μέσα για να επικρατήσει ο Χριστιανισμός σε όλο του το μεγαλείο.Το έργο είναι δομημένο σε μικρές ενότητες και σε κάθε μία προλογίζεται το κεντρικό της νόημα. Πρόσωπα της ιστορίας: Ο αυτοκρατορικός έπαρχος Ορέστης, ο οποίος αν και Χριστιανός δεν ενστερνίζεται τις τακτικές της εκκλησίας , προκαλεί δε την δυσφορία της με την ερωτική φιλία του με την Υπατία.Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Κύριλλος, που θεωρεί ότι η Υπατία με την επιρροή της στον έπαρχο εμποδίζει το όραμα της εκκλησίας να αναμιχθεί ενεργά στις εξουσίες της δημόσιας διοίκησης, κι αποφασίζει να υποδαυλίσει το μίσος των Χριστιανών εναντίον της, την χρησιμοποιεί δε ως εξιλαστήριο θύμα για να επιτευχθούν οι σκοποί του. Κύριο όργανό του ο Αναγνώστης Πέτρος.Ένα μυθιστόρημα που στην πλοκή του βιώνουμε την σύγκρουση του χριστιανισμού με το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα στην πιο βίαιη μορφή της (415 μ.χ..)Για την συγγραφή και ολοκλήρωση του μυθιστορήματος ο συγγραφέας μελέτησε την ιστορική αυτή περίοδο ανατρέχοντας σε πηγές που παρουσιάζουν όπως μας λέει πολλές και ποικίλες αποκλίσεις μεταξύ τους, καθώς τα γεγονότα αποδόθηκαν ανάλογα με τις πεποιθήσεις, τον φανατισμό και τα συμφέροντα που υπηρετούσαν αυτοί που τα κατέγραφαν. Γι αυτό στόχος του δεν είναι η επακριβής ιστόρηση της εποχής, αλλά η προβολή μιας τόσο μεγάλης μορφής για την εποχή της, της Υπατίας.Στην προσπάθειά του αυτή παντρεύει το ιστορικό με το μυθικό στοιχείο που διακατέχει όλο του το έργο, παρασύροντάς μας να αφουγκραστούμε το πνεύμα και την διαμάχη της εποχής, μας μεταδίδει τα συναισθήματα που τον διακατέχουν και διακρίνονται καθ' όλη την συγγραφή του βιβλίου.
Πηγή: Αικατερίνη Βεζιρτζόγλου Για το lexima.gr


http://www.dvarvarigos.gr/

ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΣΙΝΟΥ



Απόσπασμα 2

«Όταν κατεβήκανε, η Σάσα άνοιξε τα χέρια στην παγωνιά και ρούφηξε όση χωρούσαν τα πνευμόνια της. Το βουνό υψωνόταν κατακόρυφα δίπλα τους κι έμοιαζε να απλώνει τις ρίζες του, ακριβώς κάτω από τα σώματά τους. «Εδώ θα μείνουμε;» απόρησε η Σάσα κι άκουσε τα δόντια της να κροταλίζουν.«Κρυώνεις, ε; Τώρα θα περπατήσουμε γρήγορα και θα ζεσταθούμε».«Έτσι στη τύχην πάμε; Δεν έχουμε πουθενά κανέναν, Βάνια;»«Έχω εγώ εσένα κι εσύ εμένα. Δεν σε φτάνει;»
Ανάμεσα στην ομίχλη κινείται μια σειρά λευκές μαντίλες. Η Σάσα θυμάται την «ασώματη κεφαλή» που είχαν δει σε περιοδεύοντα θίασο.Η Ελένη Στασινού γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων.Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.Έργα της είναι οι ποιητικές συλλογές «Οι οδύνες της μετάλλαξης» (εκδόσεις Δίφρος, 1991) και «Πιο πέρα» (εκδόσεις Ergo, 1998), καθώς και τα μυθιστορήματα «Η κουμπάρα η Μαργαρίτα» (εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1997), «Απόδραση προς το φως» (εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, 1999) και «Ο Στέφανος του ελαιώνα» (εκδόσεις Όμβρος, 2000), «H Aγία πόρνη της καρδιάς του» (Εμπειρία Εκδοτική, 2002), «H αυτοκρατορία των δήθεν» (Εμπειρία Εκδοτική, 2003), «Οντισιόν» (Εμπειρία Εκδοτική, 2004), ενώ συμμετέχει στο συλλογικό «Το λιμάνι της ζωής μου» (Εμπειρία Εκδοτική, 2007). Παραμύθια της δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Λόγου και Τέχνης «Ρωγμές».




ΕΛΕΝΗ ΚΟΝΔΥΛΗ


Δείγμα, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Εγώ, Γη γενής. Γυναίκα. Κι εσύ όρθιος σ´ ένα βουνό με πάθη, σπαθιά, ακόντια σκουριασμένα, παλιά πλαστικά, τσιπάκια για πέταμα, πάνω τους χτίζεις το σπίτι σου, με παίρνεις, μου γεννάς παιδιά, μου λές: είδες; Και δε βλέπω πια τίποτα, μου λες: κοίτα, και μου δείχνεις αίμα, μου λες: άκου, άκου... Τίποτα δε ζει πια μέσα μου.

Τα πήρες όλα.




Τόσο κοντά μας, αλλά και τόσο μακριά μας! Όπως κι εμείς γνώρισαν ημέρες δόξας, κατακτήσεων και υψηλού πολιτισμού, για να γνωρίσουν στη συνέχεια την παρακμή, την ξένη κατοχή (Μογγόλοι, Τούρκοι), και, πιο πρόσφατα, την αποικιοκρατία. Πρόκειται για τους Άραβες. Τους γνωρίζουμε σαν οικονομικούς μετανάστες, αγνοούμε όμως την ιστορία τους και τον πολιτισμό τους. Η Ελένη Κονδύλη, αναπληρώτρια καθηγήτρια αραβικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας καλύπτει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία προσφέροντας στους φοιτητές της αλλά και στο ευρύτερο κοινό, την πρώτη, από όσο ξέρω, «Εισαγωγή στη Λογοτεχνία των Αράβων». Κάθε σοβαρή μελέτη της λογοτεχνίας πρέπει να είναι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό συγκριτολογική, γιατί έτσι μπορούν να αποφευχθούν πολλές παρανοήσεις και να ανατραπούν στερεότυπα. Ο Γκαίτε είχε συνείδηση του γεγονότος όταν μίλαγε για μια Weltliteratur, μια παγκόσμια λογοτεχνία.